Οι λόγοι που οδήγησαν τον Αμερικανό Πρόεδρο στην τελική του απόφαση
Ο πόλεμος που διαμορφώνεται στη Μέση Ανατολή δεν προβλέπεται να τελειώσει εύκολα. Ανεξάρτητα από το αν το Ιράν ηττηθεί καθοριστικά ή όχι, η χώρα αυτή λειτουργεί περισσότερο ως ενδιάμεσος σταθμός σε έναν ευρύτερο, στρατηγικό στόχο: την ανάδειξη της Αμερικής σε “Μεγάλη Ξανά”. Η επίτευξη αυτού του στόχου απαιτεί βαθιές ανατροπές στους διεθνείς συσχετισμούς, ανατροπές που θυμίζουν τα χαρακτηριστικά της συμφωνίας της Γιάλτας. Δηλαδή, τη δημιουργία ενός νέου παγκόσμιου πλαισίου όπου οι μεγάλες δυνάμεις θα συνεχίζουν να συγκρούονται, αλλά χωρίς να επιδιώκουν την ανατροπή του ίδιου του συστήματος, αφού κάτι τέτοιο θα απειλούσε την ύπαρξή τους – όπως συνέβαινε με την ΕΣΣΔ.
Στο κέντρο αυτής της αναδόμησης βρίσκονται οι ΗΠΑ. Αν αποτύχουν να καθορίσουν την παγκόσμια ισορροπία, τότε χάνουν τον ρόλο τους ως Μεγάλη Δύναμη. Ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να κατανοεί πλήρως αυτό το “παιχνίδι” και ενεργεί χρησιμοποιώντας κλασικά εργαλεία που οι αυτοκρατορίες χρησιμοποίησαν ανέκαθεν: τη βία ως πρωταρχικό μέσο, την αλαζονεία και τον εκφοβισμό για να επιβληθούν, και κατόπιν το χρήμα και την εξαγορά για στρατηγική ισορροπία. Το ζητούμενο, ωστόσο, είναι η σωστή “δόση” κάθε μέσου και ο χρόνος εφαρμογής του, ώστε να επιτευχθεί ο τελικός στόχος.
Μέχρι στιγμής, οι αντίπαλοι των ΗΠΑ, δηλαδή η Ρωσία και η Κίνα, δεν έχουν καταφέρει να σχηματίσουν μια ενιαία και ενεργή αντίδραση. Φοβούνται τόσο την Αμερική πριν καν ενισχυθεί πλήρως, όσο και ο ένας τον άλλο, διότι μια βιαστική ή άτολμη κίνηση μπορεί να τους φέρει σε μειονεκτική θέση. Ταυτόχρονα, θέλουν να κρατήσουν ανοικτή τη δυνατότητα συνεργασίας με τις ΗΠΑ – μια στρατηγική που φαίνεται κυρίως στη Ρωσία και μπορεί να οδηγήσει σε ανακατατάξεις και εντός των BRICS. Στο μεταξύ, η Ινδία παρουσιάζει αμφισημία, ειδικά όσον αφορά τη συζήτηση με τη Ρωσία για την ηγεσία της.
Αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής αδράνειας είναι ότι το Ιράν μένει ουσιαστικά ανυπεράσπιστο. Αν Ρωσία και Κίνα είχαν ασκήσει βέτο, οι Αμερικανοί θα αντιμετώπιζαν σημαντικά εμπόδια. Αντίθετα, η παθητική τους στάση σε περιπτώσεις όπως αυτή του Μαδούρο, αφήνει τον Τραμπ να καθορίζει το παιχνίδι με μικρό ή καθόλου αντίπαλο.
Ο άμεσος παράγοντας που ώθησε τον Τραμπ στη δράση είναι η εσωτερική κατάσταση των ΗΠΑ: οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, απειλή για τη διατήρηση της κυριαρχίας της λευκής συντηρητικής Αμερικής και πολιτικές πιέσεις από συμμάχους όπως ο Νετανιάχου.
Τέλος, η στενή συνεργασία ΗΠΑ-Ισραήλ στην περιοχή επιτρέπει την ακριβή εξουδετέρωση στόχων στο Ιράν, κάτι που ενισχύει την στρατηγική υπεροχή τους. Ο φανατισμός – θρησκευτικός ή άλλης μορφής – μπορεί να αξιοποιηθεί υπό συγκεκριμένες συνθήκες, αλλά απαιτεί ειδική, ξεχωριστή διαχείριση.
Η εικόνα που προκύπτει είναι ενός πλαισίου όπου η Αμερική επιδιώκει να διαμορφώσει τη νέα παγκόσμια τάξη, χρησιμοποιώντας το Ιράν ως κρίσιμο σταθμό σε ένα ευρύτερο στρατηγικό σχέδιο, με ανυπολόγιστες συνέπειες για τη διεθνή σταθερότητα.











